Contact us

including iternational prefix number

Preimplantation Genetic Diagnosis (PGD)

Προεμφυτευτικός έλεγχος (PGD)

Τι είναι η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση;

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση είναι μια καθιερωμένη τεχνική η οποία χρησιμοποιείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 με σκοπό την ανίχνευση γενετικών ανωμαλιών σε έμβρυα που δημιουργούνται μέσω τεχνητής γονιμοποίησης πριν από την εμφύτευση στη μήτρα. Η διάγνωση αποτελεί μία εναλλακτική λύση στις μέχρι τώρα μεθόδους της  προγεννητικής διάγνωσης (είτε με βιοψία χοριακής λάχνης (CVS) ή με αμνιοπαρακέντηση) για τα ζευγάρια που βρίσκονται σε κίνδυνο να μεταδώσουν μια κληρονομική ασθένεια στα παιδιά τους.


Στην προγεννητική διάγνωση, εάν βρεθεί ότι το έμβρυο που κυοφορείται έχει προσβληθεί από μια γενετική ασθένεια, το ζευγάρι θα πρέπει να αποφασίσει εάν επιθυμεί να συνεχίσει την εγκυμοσύνη ή να προχωρήσει σε τερματισμό της. Αντιθέτως, η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση σε συνδυασμό με την εξωσωματική γονιμοποίηση επιτρέπει στα γόνιμα και υπογόνιμα ζευγάρια να αποκτήσουν ένα υγιή παιδί χωρίς να χρειάζονται να σκεφτούν την πιθανότητα διακοπής της κύησης.

 

Ποιοι ασθενείς επωφελούνται από την Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση;

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση μπορεί να ωφελήσει κάθε ζευγάρι με γνωστό αυξημένο κίνδυνο μεταβίβασης μιας κληρονομικής γενετικής διαταραχής ή πάθησης στο παιδί του.
Επίσης εφαρμόζεται σε ζευγάρια που ακολουθούν πρόγραμμα IVF και που υποβάλλονται σε προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο (PGS) με σκοπό να αυξηθεί η πιθανότητα εγκυμοσύνης, μέσω της επιλογής εμβρύων που δεν εμφανίζουν ανευπλοειδίες (π.χ. γυναίκες αυξημένης ηλικίας(>35), με ιστορικό καθ’έξιν αποβολών, επανειλημμένες αποτυχίες εμφύτευσης σε προηγούμενες προσπάθειες, άνδρες με μη αποφρακτική αζωοσπερμία ή γνωστό αυξημένο ποσοστό ανευπλοειδίας στα σπερματοζωάρια)

 

Ποιες ασθένειες μπορούν να διαγνωστούν με την Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση;

Προς το παρόν η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση εφαρμόζεται για την ανίχνευση:

  • Μιας μονογονιδιακής διαταραχής:  
    Όπου ο ένας ή δύο γονείς είναι φορείς γενετικού νοσήματος., π.χ. μεσογειακής αναιμίας, αιμορροφιλίας, οικογενειακού καρκίνου του παχέος εντέρου, κυστικής ίνωσης, δρεπανοκυτταρικής αναιμίας, ασθένεια του Huntington.
  • Μιας γνωστής χρωμοσωμικής ανωμαλίας:  
    Όπου αφορά τις αριθμητικές ανωμαλίες (π.χ  τρισωμιά 21 γνωστή ως Σύνδρομο Down) και τις δομικές αλλοιώσεις των χρωμοσωμάτων.
  • Μιας σοβαρής φυλοσύνδετης κατάσταση:
    Όπως η μυϊκή δυστροφία Duchenne, Αιμορροφιλία Α & B και Fragile X σύνδρομο.

 

Πώς εφαρμόζεται η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση;

Η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση αρχίζει με την κανονική διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης που περιλαμβάνει τη διέγερση των ωοθηκών, την ωοληψία, την ανάκτηση σπέρματος και τη γονιμοποίηση στο εργαστήριο. Στη συνέχεια, τα έμβρυα αναπτύσσονται σε καλλιέργεια για 3 ημέρες μέχρι να φτάσουν το στάδιο των 6-8 κύτταρων.
Το PGD περιλαμβάνει την αφαίρεση ενός μόνο κυττάρου (βιοψία εμβρύου) από το έμβρυο και την γενετική διάγνωση αυτού του κύτταρου.

  • Βιοψία Εμβρύου
    Η βιοψία του εμβρύου συνήθως πραγματοποιείται το πρωί της 3ης μέρας ανάπτυξης του εμβρύου όπου έχουν φτάσει το στάδιο των 6 με 8 κυττάρων (πρώτα στάδια της αυλάκωσης,  cleavage stage). Ένα ή δύο βλαστομερίδια προσεχτικά αφαιρούνται ύστερα από διάνοιξη της διαφανούς ζώνης του ωαρίου με χημικό ή μηχανικό τρόπο, ή με χρήση laser, χωρίς να προκαλέσει καμία ζημιά στη μελλοντική ανάπτυξη του εμβρύου. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο ανάπτυξης των εμβρύων, όλα τα κύτταρα έχουν την ίδια δυνατότητα για ανάπτυξη, συνεπώς, η αφαίρεση ενός ή δύο κυττάρων από το έμβρυο δεν είναι επιβλαβής και το έμβρυο μπορεί να συνεχίσει τη φυσιολογική ανάπτυξη του

 

Γενετική Διάγνωση

Η Γενετική διάγνωση γίνεται με διάφορες τεχνικές, με βάση την ασθένεια που πρέπει να αποφευχθεί.

  • Η Αλυσιδωτή αντίδραση της πολυμεράσης (PCR) χρησιμοποιείται για μοριακή διάγνωση (διάγνωση μονογονιδιακών διαταραχών). Για κάθε περίπτωση η εξέταση είναι εξατομικευμένη ανάλογα με το γονίδιο και τη νόσο.
  • Η επιτόπιου υβριδισμού φθορισμού (fluorescence in situ hybridisation, FISH) χρησιμοποιείται για κυτταρογενετική διάγνωση δηλαδή ανάλυση χρωμοσωμάτων για την αποφυγή  αριθμητικών ή δομικών ανωμαλιών.

Αναλυτικότερα:
Στην τεχνική αυτή, το κύτταρο που έχει αφαιρεθεί στερεώνεται σε ένα γυάλινο πλακίδιο και υποβάλλεται σε χρωμοσωμική ανάλυση για συγκεκριμένα χρωμοσώματα. Σήμερα, ο πιο κοινός τύπος PGS / PGD περιλαμβάνει τον έλεγχο μιας ομάδας από τις πιο συχνές χρωμοσωμικές ανωμαλίες (τα χρωμοσώματα 13, 16, 18, 21, 22, Χ και Υ). Στη συνέχεια, μικρά κομμάτια DNA (ανιχνευτές), δεσμεύονται ειδικά (υβριδοποίηση) σε ορισμένες περιοχές των υπό ανάλυση χρωμοσωμάτων.  Κάθε ανιχνευτής σημαίνεται με διαφορετική φθορίζουσα χρωστική. Αυτοί οι φθορίζοντες ανιχνευτές προσκολλούνται στο πυρήνα των κυττάρων που αφαιρεθεί με βιοψία και αναμένονται να υβριδοποιθούν με συγκεκριμένα χρωμοσώματα. Χρησιμοποιώντας ένα μικροσκόπιο φθορισμού, ο γενετιστής μπορεί να αναγνωρίσει το φθορίζον σήμα χρώματος για κάθε τύπο χρωμόσωματος που είναι παρών στο κυττάρο  (ένα, δύο ή περισσότερα σήματα). Ένα μοναδικό φθορίζον σήμα αντιπροσωπεύει μονοσωμία, δύο σηματοδοτούν δισωμία (φυσιολογικό κύτταρο) και τρία σήματα τρισωμία του συγκεκριμένου χρωμοσώματος. Με τον τρόπο αυτό εκτελείται η διάγνωση της ανευπλοειδίας των συγκεκριμένων χρωμοσωμάτων

  • Η μέθοδος Γενομικού Συγκριτικού Υβριδισμού σε Μικροσυστοιχίες ολιγονουκλεοτιδίων – Array CGH, εντοπίζει χρωμοσωμικές ελλείψεις και διπλασιασμούς (που πιθανά ευθύνονται για αποτυχία  ή αποβολή κύησης), ελέγχοντας όλα τα χρωμοσώματα του γενετικού υλικού του κάθε εμβρύου. Η μέθοδος υπερέχει έναντι της FISH γιατί ελέγχονται όλα τα 23 ζεύγη των χρωμοσωμάτων του ανθρώπινου είδους (και όχι μόνο τα 9) αλλά γιατί ανιχνεύεται κάθε ανωμαλία ‘εσωτερικό’ των χρωμοσωμάτων. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και στις περιπτώσεις κληρονομικών χρωμωσωματικών μεταθέσεων. Με την FISH ελέγχαμε μόνο το ζεύγος των χρωμοσωμάτων που υπήρχε η μετάθεση. Όμως ανακαλύφθηκε ότι πολύ συχνά στις μεταθέσεις δημιουργούνται βλάβες και σε άλλα χρωμωσωματά καταδεικνύοντας την Array CGH πιο ολοκληρωμένη και αξιόπιστη μέθοδο χωμωσωματικού γενετικού ελέγχου.

 

Μόνο τα φυσιολογικά έμβρυα μεταφέρονται στη συνέχεια στη μήτρα της γυναίκας για εμφύτευση έτσι ώστε η εγκυμοσύνη να ξεκινήσει γνωρίζοντας πως το έμβρυο είναι υγειές.

 

Ανησυχίες και μειονεκτήματα

Η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση μπορεί να φαίνεται ως την ιδανική επιλογή για τους ασθενείς που φέρουν μια γενετική ή χρωμοσωμική ασθένεια, αλλά ρεαλιστικά, η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση έχει κάποιες ανησυχίες ή μειονεκτήματα:

  • Οι ασθενείς πρέπει να υποβληθούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση, και κυρίως για ένα γόνιμο ζευγάρι, αυτό μπορεί να είναι δύσκολο και αγχωτικό.
  • Τεχνικά προβλήματα μπορούν να εμφανιστούν κατά την διάρκεια της βιοψίας.
  • Ακόμη και με μια επιτυχημένη εξωσωματική γονιμοποίηση και Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση, η εγκυμοσύνη δεν είναι εγγυημένη μετά τη μεταφορά.
  • Για να είναι επιτυχής η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση, απαιτείται ένας καλός αριθμός εμβρύων, ιδανικά γύρω στα 10 περίπου, έτσι ώστε μετά από την Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση, κάποια καλής  ποιότητας, υγιή έμβρυα να είναι διαθέσιμα για τη μεταφορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί όλα τα έμβρυα να είναι μη υγιή », ή να μην υπάρχουν μορφολογικά καλά έμβρυα να μεταφερθούν.
  • Η ανάλυση ενός και μόνο κυττάρου έχει περιορισμούς και μια λανθασμένη διάγνωση μπορεί να συμβεί. Επομένως, η προγεννητική διάγνωση ακόμα συνιστάται για την επιβεβαίωση της κατάστασης του εμβρύου.
  • Δυστυχώς δεν μπορούν όλες οι χρωμοσωμικές ή γενετικές ανωμαλίες να διαγνωστούν με την Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση.